Pronunciations

μινιάν (μι-νι-ΑΝ) listen

Definitions

  • αρίθμηση, καταμέτρηση

  • η απαρτία δέκα ενήλικων Εβραίων που απαιτείται για οποιαδήποτε θρησκευτική προσευχή

Example Sentences

  • Ο Ιουδαϊσμός δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προσευχή μέσα στο πλαίσιο μιας μινιάν, δηλαδή μιας σύναξης τουλάχιστον δέκα ανδρών.

Languages of Origin

  • Modern Hebrew

Etymology

  • מ־נ־ה, (m n h), μετρώ, αριθμώ

    • Who Uses This

      • Religious: Jews who are engaged in religious observance and have some Jewish education

      Regions

      • None

      Dictionaries

      • None

Edit     Something missing from this entry? Inaccurate? Feel free to suggest an edit.

Share this word: