Pronunciations

ματσεβά (μα-τσε-ΒΑ)

Definitions

  • η πλάκα του μνήματος

Example Sentences

  • Η οικογένεια τοποθέτησε τη ματσεβά έναν χρόνο μετά το θάνατο του αγαπημένου της, όπως επιτάσσει το έθιμο.

Languages of Origin

  • Modern Hebrew

Etymology

  • נצב (n ts v), στέκομαι όρθιος, τοποθετώ, στήνω.

    • Who Uses This

      • None

      Regions

      • None

      Dictionaries

      • Άρης Εμμανουήλ, Γλωσσάρι εβραϊκών όρων & Ονομάτων, Αθήνα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Edit     Something missing from this entry? Inaccurate? Feel free to suggest an edit.

Share this word: